Γιορτάζοντας την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, την Παρασκευή 21 Μαρτίου, στη μαρτυρική και ηρωική αρκαδική πόλη.
Η αμεθεξία, το να μη συμμετέχεις συγκινησιακά στα πράγματα, να μην αφήνεσαι στη μέθεξη, είναι μια ανημπόρια, καμιά φορά ηθελημένη, προερχόμενη από συναισθηματική οκνηρία, ακόμη κι απ’ τον φόβο να μην εμπλακούμε σε καταστάσεις που μας βγάζουν από την πληκτική αλλά ασφαλή βολή μας.
Ναι, σύμφωνοι, αλλά ο άνθρωπος είναι το άνοιγμα στο αίνιγμα, όπως μας έμαθε να λέμε η σπουδαία συγγραφέας Μαρία Μήτσορα, ήδη στην αυγή της δεκαετίας του 1980, και είναι αν μη τι άλλο κρίμα να μη διακινδυνεύουμε έστω λίγο προκειμένου να σπάμε, κάποιες ωραίες στιγμές, τον κλοιό των πνιγηρών, και βαρετών τελικά, βεβαιοτήτων. Σαρακοστή και νηστεία και εμβύθιση στην ποίηση και στον Πεντζίκη, διότι έτσι επιμηκύνονται τα δευτερόλεπτα που μας δυναστεύουν – «κορσέδες» έλεγε τα δευτερόλεπτα ο Νίκος Καρούζος.
Κι είπαμε, επίσης, ν’ αποκεντρωθούμε, να προτιμήσουμε την Τρίπολη για να γιορτάσουμε την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, την Παρασκευή 21 Μαρτίου, καλεσμένοι του Γιώργου Δ. Αναγνώστου, που έλαβε την πρωτοβουλία να πλουτίσει την πνευματική ζωή της μαρτυρικής και ηρωικής αρκαδικής πόλης.
Κανονίζουμε να αναχωρήσουμε από την Πέμπτη για να έχουμε άπλα χρόνου, ραντεβού στη Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού, τέσσερις ποιητές στο αμάξι: η Μαρία Δάτσικα, ο Κωνσταντίνος Κορίδης, η αφεντιά μου και ο Γιώργος Πισσάνης το τιμόνι. Εγκάρδιες συζητήσεις στη διαδρομή, περί ποιήσεως αλλά και περί αυτοκινήτων, περί Λέοναρντ Κοέν, περί ταινιών που αγαπήσαμε – σχεδόν δεν καταλάβαμε πότε φτάσαμε. Μας καλοδέχεται ο Αναγνώστου, καταλύουμε σ’ ένα παραδοσιακό τσιπουράδικο, φτάνουν κι άλλοι ποιητές, από τους αρχικά δώδεκα γίναμε δεκαεννέα.
Την επαύριο, στην τοπική ΕΡΤ για απαγγελίες και συνεντεύξεις, μας ανταμώνει ο Αντώνης Σκιαθάς που ήρθε από την Πάτρα, κατόπιν σύναξη στο θρυλικό Μεγάλο Καφενείο, ο πιο φίνος ελληνικός καφές εκεί, συν πεντανόστιμο γλυκό κουταλιού σταφύλι, κι ανάβουν οι κουβέντες για το νόημα της ποίησης στους καιρούς μας.
Δυο λόγια για το Μεγάλο Καφενείο, κανονικά θα πρέπει ολόκληρο βιβλίο να γραφτεί: λειτουργεί ήδη από το 1840, είναι πλέον στον κατάλογο της Αϋλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO αλλά και στο Εθνικό Ευρετήριο της Αϋλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της χώρας μας. Και είναι θαυμάσιο, ένα ζωντανό μουσείο ουσιαστικά, με αυθεντικά βιεννέζικα έπιπλα, σκαλιστές κορνίζες, όπλα και φορεσιές από την εποχή του Αγώνα, πανέμορφα κομπολόγια, μπρίκια φερμένα ειδικά από την Καππαδοκία, φωτογραφίες επιφανών θαμώνων, μια υπέροχη σκακιέρα· ο Κορίδης, ενθουσιασμένος, βεβαιώνει ότι σε ποιητική εκδήλωση εκεί, τον χειμώνα του 2024, συμμετείχαν μετρημένοι διακόσιοι άνθρωποι· ο Σκιαθάς, που κατάγεται από τον Οδυσσέα Ανδρούτσο και είναι μέγας γνώστης της ιστορίας του 1821, αμιλλάται ευγενέστατα με τον ηδύτατο καφετζή – αμφότεροι παθιασμένοι συλλέκτες τιμαλφών από την εθνεγερσία. Το βραδάκι, στο Μαλλιαροπούλειο, ένα αρχιτεκτονικό κόσμημα που οφείλουμε στον ιατρό και ευεργέτη Ιωάννη Μαλλιαρόπουλο (1847-1919), μια ακόμα υπενθύμιση του πόσα έχουν προσφέρει ιατροί που συνέβαινε να είναι φιλότεχνοι και καλλιτέχνες. Ανάμεσα σε μελωδίες που άπλωσαν δεξιοτεχνικά ο Θανάσης Μουρλάς (βιολί) και ο Γιώργος Μιχαλόπουλος (πιάνο), ποιήτριες και ποιητές απάγγειλαν δικά τους και άλλων ποιήματα.
Αξίζει να παραθέσω τα ονόματα όλων: Χρύσα Στρίκου, Αθανασία Κρατημένου, Μαρία Δάτσικα, Ζέτα Μπελαούρη, Πάνος Ηλιόπουλος, Αθηνά Τιτάκη, Δέσποινα Καραμέτου, Νάνσυ Μπασδέκη, Αθανασία Δρακοπούλου, Γιώργος Πισσάνης, Κωνσταντίνος Κορίδης, Περικλής Κατσαούνης, Ελίνα Αφεντάκη, Αντώνης Σκιαθάς, και, φυσικά, ο οικοδεσπότης μας Γ. Δ. Αναγνώστου, ο οποίος ευγενέστατα και με ποιητική αμοιβαιότητα και αλληλεγγύη αφιέρωσε τη βραδιά στον χειμαζόμενο ποιητή, εκδότη και φίλο Βάσο Γεώργα, που δίνει μεγάλες μάχες για την υγεία του αυτό το καιρό. Σημειώνω κοινωνιολογικά ότι ήταν ισχυρή η παρουσία των ποιητριών, κάτι λίαν αισιόδοξο και ευπρόσδεκτο. Επίσης ισχυρή, και κατά γενική ομολογία εντυπωσιακά κεφάτη, ήταν η οιονεί αντιπροσωπεία των ιστορικών εκδόσεων Ιωλκός, που άλλωστε ιδρύθηκαν από τον ποιητή Γιάννη Κορίδη και διευθύνονται από τον επίσης ποιητή Κωνσταντίνο Κορίδη.
Οφείλω να παρατηρήσω με ευφρόσυνη διάθεση ότι δεν διέκρινα ίχνος εγωισμού ή έπαρσης, γίναμε μια παρέα, δέσποσε η φιλαλληλία, κάτι πολύτιμο στους καιρούς μας. Εγκωμιάσαμε έργα άλλων, αφήνοντας στην άκρη τα δικά μας, δείξαμε αυθόρμητα ότι το πνεύμα συλλογικότητας είναι πολύ πιο γόνιμο από τους εγκλεισμούς στο είναι μας. Προσωπικά, εκθείασα τη δουλειά τριών ποιητριών: της Ελληνοκαναδέζας Eva H.D., της Καλλιόπης Αλεξοπούλου και της Χριστίνας Ντούβρη. Ξεδιψάμε καλύτερα όταν πίνουμε απ’ των άλλων συνανθρώπων μας την πηγή.
Face Control
Αντιπαρατίθεται σκληρά με τη σκληρότητα, αγριεύει για να περισώσει την ευαισθησία, δουλεύει με σουγιάδες και κοπίδια, αφαιρεί ανελέητα κάθε ίχνος ψιμύθιου, προκρίνει το λιτό έναντι του λυτού, δοκιμάζει την αστιξία, η ποίησή της γίνεται μεταλλική, «χτυπάει εντός της η μηχανική καρδιά της πόλης» (Ασλάνογλου), «γυμνάζει τη σκέψη σε απογύμνωση» (Καρούζος), επικαλείται τους άγιους του ροκ, τους λεγόμενους εικοσιεφτάρηδες (Τζόπλιν, Χέντριξ, Μόρισον), είναι χαρακτηριστικά δηλωτικοί οι τίτλοι των συλλογών της, «Συμφωνία Κολάσεων» (εκδ. Γαβριηλίδης, 2018) και «Χορογραφία Επίθεσης» (εκδ. Μανδραγόρας, 2024), και γράφει έτσι η Χριστίνα Ντούβρη: «Αχνίζει/ η ενδοσκόπηση/ πετρώνοντας τις πληγές/ Μυρίζοντας μπαρούτι/ ταμπουρώνομαι σε γιαπιά/ στοχεύοντας τα περιττά».