Κριτική θεάτρου: «…καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς»

Κριτική θεάτρου: «…καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς»
Κινητήρας της παράστασης είναι ο άξιος Ιωσήφ Ιωσηφίδης (δεύτερος από αριστερά) και αντάξιοί του στους δεκάδες ρόλους που ερμηνεύουν ο Κωνσταντίνος Πασσάς (στη μέση), ο Δημήτρης Μαμιός (δεξιά) και ο Γιάννης Μάνθος (φωτογραφία: Χριστίνα Φυλακτοπούλου)

Η θεατρική διασκευή του μυθιστορήματος του Χρόνη Μίσσιου «…καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς» σε σκηνοθεσία Σοφίας Καραγιάννη καθηλώνει ακόμη και τους νεαρούς θεατές.

Σκοτάδι και σιωπή. Στο βάθος φεγγίζει για λίγο η καύτρα ενός τσιγάρου. Υστερα τα φώτα δυναμώνουν, βλέπουμε τον άντρα που καπνίζει να κάθεται βαρύς και μόνος σ’ ένα λευκό οβάλ τραπέζι με τέσσερις καρέκλες. Είναι ένα πρόσωπο σε τρεις ρόλους. Ο πρωταγωνιστής μιας ματωμένης, παλιάς και γνωστής ιστορίας, ο αφηγητής που μας μιλάει σκαλίζοντας τις στάχτες ενός χαμένου επαναστατικού ονείρου και ο τελετάρχης που καλεί τους φίλους του, ζώντες και νεκρούς, να πάρουν μέρος στο μνημόσυνο της αλλοτινής τους νιότης.

Ετσι ξεκινά μια παράσταση που είναι διασκευή του ομότιτλου αφηγήματος του Χρόνη Μίσσιου, φέρει τη σκηνοθετική υπογραφή της Σοφίας Καραγιάννη και επανέρχεται για τρίτη χρονιά στη θεατρική σκηνή, καθηλώνοντας ακόμη και τους νεαρής ηλικίας θεατές. Οσους γεννήθηκαν πολύ μετά τον εμφύλιο πόλεμο που δεν έληξε το 1949, όπως αποφαίνεται η επίσημη ιστοριογραφία, αλλά παρατάθηκε για τριάντα ολόκληρα χρόνια (1944-74). Από την πτώση της απριλιανής δικτατορίας, που αποτέλεσε το τελευταίο επεισόδιο του νεοελληνικού τριακονταετούς πολέμου, πέρασαν βέβαια πενήντα χρόνια και από την πρώτη έκδοση του βιβλίου που έγραψε ο Μίσσιος σαράντα. Οι νεότερες γενιές μαστίζονται από σύγχρονα προβλήματα, δεν έχουν παρά αμυδρή ιδέα των τραυμάτων που προξένησε στη χώρα ο εμφύλιος σπαραγμός ούτε έζησαν τη μετεξέλιξη του επαναστατικού ονείρου σε οδυνηρό εφιάλτη. Και όμως.

Τεκτονικός σεισμός στο πολιτικό σκηνικό

Κάτι παράδοξα βαθύ, μια σχεδόν ανεξήγητη οπισθέλκουσα δύναμη φαίνεται να μας σέρνει στην αναψηλάφηση της παλιάς πληγής που με κάθε ευκαιρία κακοφορμίζει. Γιατί τα δεινά παθήματα μοιάζουν με τα μεγάλα ναυάγια∙ αφήνουν πίσω τους μια τεράστια δίνη, η έκταση της οποίας φάνηκε αμέσως μόλις κυκλοφόρησε το 1985 η συγκλονιστική μαρτυρία του Χρόνη Μίσσιου. Η ανάγνωσή της τάραξε με τεκτονικό σεισμό ολόκληρο το πολιτικό σκηνικό. Η κομματική γραφειοκρατία της κομμουνιστικής Αριστεράς ένιωσε τη γη να χάνεται κάτω από τα πόδια της, η Δεξιά, ως κληρονόμος του κράτους των δωσιλόγων της Κατοχής, είχε τις συγκεχυμένες αντιδράσεις που γεννά η ανεξιλέωτη ενοχή, ενώ δήθεν ουδέτεροι καλοθελητές ψιθύριζαν στον Μίσσιο: «Μη σκαλίζεις τη στάχτη να ξανάβρεις φωτιά». Ούτε η επίκληση της λυγμικής φωνής του Καζαντζίδη όμως ούτε οι συστάσεις για ψυχραιμία απέναντι στα περασμένα ξεχασμένα στάθηκαν ικανές να κατασιγάσουν την αναστάτωση που ταξίδευε μαζί με τον σεισμό.

Κι ακόμη ταξιδεύει. Οι έρπουσες ρωγμές των μετασεισμικών δονήσεων έφτασαν ως τους θεατές από τα πρώτα λεπτά της αφήγησης του Θεσσαλονικιού, που είναι ο κεντρικός ήρωας της παράστασης. Αυτός συμπαρασύρει τους παλιούς του συντρόφους στην επανάληψη του βίαιου και αιματηρού οδοιπορικού. Τα ματωμένα ίχνη του, βασανιστήρια και εκτελέσεις, είναι τα οδόσημα της άσβεστης μνήμης και σταθμοί του οι φυλακές και τα ξερονήσια, όπου ο Μίσσιος πέρασε είκοσι χρόνια. Η γλώσσα του, που διασώθηκε ακέραιη στη θεατρική διασκευή, δεν έχει τη σπουδαιοφάνεια μιας δημόσιας αγόρευσης. Είναι απλή και λαϊκή, ταιριάζει περισσότερο με κουβέντα σε φιλικό σπίτι παρά με συζήτηση σε λογοτεχνικό καφενείο.

Κοινοκτημοσύνη του πόνου
Αυτό το απροσποίητο ύφος βρίσκεται στη βάση της προσέγγισης που έκανε η σκηνοθέτρια, ενώ η δραματουργική επεξεργασία της ιδίας και της Μυρτώς Αθανασοπούλου πέτυχε να συνδέσει σε ενιαία νοηματική ακολουθία κομμάτια κι αποσπάσματα του βιβλίου. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση έγινε πολυφωνική και τα ιμάτιά της διαμοιράστηκαν στους τέσσερις ηθοποιούς της παράστασης για να υφανθούν ξανά σ’ ένα πλεχτό από αναφωνήσεις και οιμωγές, στεναγμούς και παράπονα, κατάρες και όλες τις βρισιές που το κόμμα απαγόρευε στα μέλη του. Παρόλο που η σκηνή των ιστορικών συμβάντων είναι μεγάλη, οι πρωταγωνιστές της μνημονικής τους ανακλήσεως κινούνται στον στενό περίγυρο ενός τραπεζιού, σαν να βρίσκονται ακόμη στο κελί. Αλλάζουν καρέκλες, πέφτουν στο πάτωμα και σηκώνονται, κλαίνε και οργίζονται, κρίνουν και κρίνονται, σβήνουν και ξαναγράφουν τα άγρια περιστατικά που έφεραν απέναντι στην κοινή και αβάσταχτη μοίρα τους πρόσωπα και πράγματα αλλά δεν κάνουν βήμα πέρα απ’ το τραπέζι, το πανάρχαιο σύμβολο της συντροφικότητας και της αφοσίωσης. Είναι πρόσωπα σημαδεμένα, έχασαν τα καλύτερά τους χρόνια μακριά από τον κόσμο και τώρα δεν μπορούν να ξεμακρύνουν ο ένας από τον άλλο γιατί έφαγαν μαζί πικρό ψωμί και υγρό αλάτι.

Η κοινοκτημοσύνη του πόνου και η μετάδοση της αγωνίας του στο κοινό αποτέλεσε άλλωστε την αφετηρία για το υποδειγματικά λιτό σκηνικό της Γεωργίας Μπούρδα, τη νοσταλγική μουσική του Θάνου Αντωνιάδη και τους υποβλητικούς φωτισμούς της Βασιλική Γώγου, κάτω από τους οποίους εμφανίστηκαν οι ηθοποιοί. Αξιος ο κινητήρας της παράστασης Ιωσήφ Ιωσηφίδης, που στάθηκε αγέρωχα τσακισμένος, ηθικά ευθυτενής και ψυχικά κυρτός από τα βάσανα που πήγαν στα χαμένα. Αντάξιοί του ο Κωνσταντίνος Πασσάς, ο Δημήτρης Μαμιός και ο Γιάννης Μάνθος καθώς, με την κινησιολογική επιμέλεια της Μαργαρίτας Τρίκκα, έπαιξαν με αβίαστη αμεσότητα και άκρως ρεαλιστικά δεκάδες ρόλους και ρολίδια, υποδυόμενοι διαδοχικά φύλακες και φυλακισμένους, βασανιστές και βασανιζόμενους, διώκτες και διωκόμενους, καθίκια και αγωνιστές σ’ ένα χορό που οι δονήσεις του συγκινούν ακόμη.

INFO
Δευτέρα – Τρίτη. Σύγχρονο Θέατρο, Ευμολπιδών 45, Γκάζι

Documento Newsletter